Monday, July 10, 2017

Μαθήματα προπαγάνδας - Εκτροχιασμός προκαταλήψεων


Για να συντριβεί η μισελληνική προπαγάνδα οι Έλληνες προπαγανδιστές οφείλουν να κατανοήσουν την έννοια της διαχειρίσεως εικόνων, λέξεων και συναισθημάτων. Να κατανοήσουν πώς λειτουργεί η ανθρώπινη μηχανή δημιουργίας προκαταλήψεων, και να την αποσυναρμολογήσουν.
Ψυχολογικά πειράματα έχουν αποδείξει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένας συσχετισμός μεταξύ μιάς επαναλαμβανομένης λέξεως, μιάς επαναλαμβανομένης εικόνος, και μιάς κοινωνικής αντιδράσεως. Η επανάληψη αυτού του συνδυασμού δημιουργεί μία συγκεκριμένη προκατάληψη.
Όταν οι Έλληνες αντιμετωπίζουν τον χλευασμό των μισελληνικών μμε επειδή αντιστέκονται στους αλλοφύλους και αλλοθρήσκους εισβολείς, πρέπει να εστιάσουν πρώτιστα την προσοχή τους στα μισελληνικά μμε και στους υποστηρικτές των εισβολέων. Από εκεί αντλούν δύναμη και αποθρασύνονται οι εισβολείς.  
Επειδή διάφορα καθάρματα υπό το προσωπείο του ανθρωπισμού υποστηρίζουν την εισβολή αλλοφύλων και αλλοθρήσκων, αρκετοί Έλληνες πράττουν το λάθος να κάνουν έκκληση στους νόμους περί λαθρομεταναστεύσεως, στον κίνδυνο δημογραφικής αλλοιώσεως, και στον πατριωτισμό(!!) των διοικητικών αρχών, προκαλώντας εκ νέου την χλεύη των μισελλήνων «ανθρωπιστών». 
Οι εκκλήσεις στην λογική, στους νόμους, στον πατριωτισμό δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Σημασία έχει η κατάκτηση του συναισθηματικού κόσμου των εχθρών μας. Οι Ελληνικοί νόμοι παραλύουν όταν ο δικός μας συναισθηματικός κόσμος είναι υπόδουλος στον εχθρό.    
Ας εξετάσουμε πώς απέκτησαν δύναμη οι μισέλληνες «ανθρωπιστές» και «αντιρατσιστές» που καθυβρίζουν καθημερινώς το Ελληνικό Έθνος. Θα εξετάσουμε ένα παράδειγμα δημιουργίας ανθελληνικών προκαταλήψεων. Και μετά θα στρέψουμε τα ίδια θανατηφόρα βέλη, κατά των εχθρών μας.
Ένα ελληνόπουλο βλέπει στην τηλεόραση μία εικόνα από Έλληνες που προσπαθούν να απωθήσουν τους αλλοφύλους και αλλοθρήσκους εισβολείς. Ένας ανθέλλην εκφωνητής ειδήσεων χαρακτηρίζει τους Έλληνες ρατσιστές, ενώ τους εισβολείς θύματα ρατσισμού. Συγχρόνως το ελληνόπουλο ακούει για διάφορες «ανθρωπιστικές» οργανώσεις που διαδηλώνουν υπέρ των εισβολέων. Ακούει για «δημοκρατικούς» πολίτες που αντιδρούν σε κάθε απέλαση των εισβολέων.
Στο μυαλό του νεαρού Έλληνος έχει συνδεθεί μία εικόνα(Έλληνες αγωνιστές), ένας αρνητικός χαρακτηρισμός(ρατσιστές), και μία αρνητική κοινωνική αντίδραση(αποδοκιμασία). Αυτή είναι η εξίσωση της προκαταλήψεως. 
Το νεαρό Ελληνόπουλο θα δημιουργήσει την προκατάληψη ότι όποιος υποστηρίζει τους Έλληνες είναι ρατσιστής, ενώ όποιος υποστηρίζει τους εισβολείς είναι ανθρωπιστής. Αισθανόμενο ενοχές, θα αρχίσει να αυτολογοκρίνει τις σκέψεις και την συμπεριφορά του. Κάθε φορά που θα έρχεται σε επαφή με το σύμπλεγμα εικόνα-χαρακτηρισμός-κοινωνική αντίδραση, θα αισθάνεται πόνο. Θα αισθάνεται ότι τιμωρείται. Και θα αποζητά την λύτρωση από αυτόν τον πόνο δια της συμπλεύσεως με το στρατόπεδο των μισελληνικών καθαρμάτων. Διότι εκεί θα το επιβραβεύσουν συναισθηματικώς δίνοντάς του τον τίτλο του ανθρωπιστού, και όχι του ρατσιστού.    
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο εχθρός κτύπησε στον συναισθηματικό του κόσμο και του προκαλεί ένα είδος εξηρτημένου ανακλαστικού. Δια της εκστομίσεως της λέξεως ρατσιστής, το ελληνόπουλο διδάσκεται από τα μισελληνικά μμε να αισθάνεται αυτομάτως ενοχή. Συνδέθηκε ο όρος ρατσισμός με το αίσθημα της κοινωνικής αποδοκιμασίας και την εικόνα του Έλληνος πολεμιστού.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το λάθος των Ελλήνων. Δεν ανέλυσαν σωστά την μηχανή δημιουργίας ενοχών του εχθρού. Δεν αντεπετέθησαν με τα ίδια όπλα. Σε μία τέτοια κατάσταση όσα λογικά επιχειρήματα και αν χρησιμοποιήσει ένας Έλλην προπαγανδιστής, θα πέσουν στο κενό. Δεν πρόκειται να πείσει τους Έλληνες να μην αισθάνωνται ενοχές, από την στιγμή που αυτές οι εικόνες επαναλαμβάνονται καθημερινώς από τα μισελληνικά μμε.
Τα επιχειρήματα δεν κατανικούν τα συναισθήματα. Αυτό το ήξεραν όλοι οι αρχαίοι Έλληνες ρήτορες. Η λογική δεν είναι το κατάλληλο φάρμακο δια την θεραπεία της ενοχής. Όταν ο εχθρός μας ενσταλάζει ενοχές, δεν επιτρέπεται να απαντούμε δια λογικών επιχειρημάτων. Δεν καθορίζουν οι σκέψεις τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα καθορίζουν τις σκέψεις.
Όσες δολοφονίες, ληστείες, βιασμούς και αν διαπράξουν οι εισβολείς, ο Έλλην δεν πρόκειται να αντιδράσει δυναμικώς διότι απλούστατα ο ενυπάρχων ψυχικός μηχανισμός μάχης ή φυγής(fight or flight response) υποσυνείδητα του δίνει εντολή να υποχωρήσει. Να σωπάσει, για να μην τον αποκαλέσουν «ρατσιστή». Ο ψυχικός πόνος από την ενοχή φθάνει σε σημείο να υπερνικά ακόμη και το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως. 
Όσο δεν αλλάζει ο μηχανισμός δημιουργίας προκαταλήψεων, όσο οι Έλληνες προπαγανδιστές δεν αλλάζουν τις μεταβλητές στην εξίσωση της προκαταλήψεως, οι Έλληνες είτε θα σιωπούν, είτε θα αντιδρούν χλιαρώς εμπρός στην εισβολή αλλοφύλων και αλλοθρήσκων. Το υποσυνείδητο του ανθρώπου κάνει ό,τι έχει συνηθίσει να κάνει. Δεν μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση αν εμείς δεν το ταΐσουμε διαφορετικό ψυχικό υλικό.  
Η επέμβαση στην εξίσωση γίνεται αλλάζοντας είτε την εικόνα, είτε τον χαρακτηρισμό, είτε την κοινωνική αντίδραση. Ή καλύτερα, και τους τρείς όρους της εξισώσεως.
Η μη κατανόηση της τεχνικής εκτροχιασμού προκαταλήψεων(jam and derail technique), εξηγεί το γιατί αρκετές Ελληνικές οργανώσεις δεν έχουν καταφέρει μέχρι τώρα να τσακίσουν τους ελληνόφωνους υπερασπιστές των εισβολέων.
Ας εστιάσουμε στο γιατί συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα άτομο που υποστηρίζει τους εισβολείς. Υπάρχει βεβαίως μία μειοψηφία εμμίσθων μισελληνικών καθαρμάτων που πωλεί «αντιρατσισμό» για λόγους βιοπορισμού. Αλλά η πλειοψηφία των «αντιρατσιστών» άγεται και φέρεται από τις εντυπώσεις που δέχεται. Είναι αιχμάλωτη της μισελληνικής προπαγάνδας.
Όταν τίθεται το ζήτημα των αλλοφύλων και αλλοθρήσκων εισβολέων, ο τυπικός «αντιρατσιστής» ενεργοποιεί δύο αυτομάτους συνειρμούς. Πρώτον απολαμβάνει μία συναισθηματική δόση ευεξίας ότι «συμπλέει με τους πολλούς, τους ανθρωπιστές», και δεύτερον ότι αποδοκιμάζει «τους λίγους, τους κακούς, τους ρατσιστές».
Στην πραγματικότητα ο τυπικός «αντιρατσιστής» δεν σκέφτεται και πολύ. Απλώς αντιδρά σαν αυτόματο σε μία προκατασκευασμένη εικόνα, σε ένα συναισθηματικό κύκλωμα. Απολαμβάνει το συναισθηματικό βραβείο που του χορηγείται από τα μισελληνικά μμε. Μόλις εξωτερικεύσει τις «αντιρατσιστικές» του ανοησίες, αναμένει την συναισθηματική απόλαυση που του προσφέρει απλόχερα ο αποχαυνωμένος κοινωνικός περίγυρος, ασχέτως αν οι εισβολείς τον βιάζουν, τον κλέβουν, τον αφήνουν άνεργο.
Ο «αντιρατσιστής» είναι ένα πρόβατο. Φοβάται να μείνει μόνος του. Φοβάται να πεί την γνώμη του. Θέλει να πάει με το πλήθος, τους πολλούς, να θαφτεί μέσα στην αγελαία δειλία τους. Και αντί να υποφέρει μία βασανιστική κρίση συνειδήσεως, εκτοξεύει δεξιά και αριστερά «αντιρατσιστικές» πομφόλυγες, για να δείξει ότι και αυτός συμπλέει με την μόδα.
Λόγω ότι κατατρύχεται από ενοχές, υποφέρει από γνωστική ασυμφωνίαΟι πολιτικές του απόψεις δεν συμφωνούν με τα συναισθήματά του. Γνωρίζει καλώς ότι δεν πρέπει να υποστηρίζει τους εισβολείς εις βάρος των Ελλήνων, αλλά θα προσαρμόσει τις απόψεις του να συμφωνούν με τα συναισθήματά του. Αυτή είναι η βασική λειτουργία της μηχανής δημιουργίας προκαταλήψεων.
Ας δούμε πώς θα τσακίσουμε αυτές τις ανθελληνικές προκαταλήψεις δημιουργώντας αντίστροφες προκαταλήψεις. Το κυριότερο πράγμα που πρέπει να διδαχθεί ο Έλλην προπαγανδιστής είναι να χρησιμοποιεί την ανθρώπινη μηχανή δημιουργίας προκαταλήψεων υπέρ του Ελληνισμού.
Η μηχανή δημιουργίας αυτομάτων συναισθηματικών αντιδράσεων όταν δεχθεί διαφορετικό υλικό, θα δώσει διαφορετικά αποτελέσματα. 
Η «αντιρατσιστική» (διάβαζε ανθελληνική) προκατάληψη συντρίβεται όταν εισάγουμε μία διαφορετική, προκατασκευασμένη συναισθηματική αντίδραση, στον ψυχικό κόσμο των Ελλήνων. 
Η ψυχολογία διδάσκει ότι αν δια της επαναλήψεως συνδέσουμε δύο άσχετες καταστάσεις μεταξύ τους, τότε τα συναισθήματα που νοιώθουμε για την μία κατάσταση μεταφέρονται στην δεύτερη. Συγκεκριμένα μεταφέρεται το πιό δυνατό συναίσθημα στο πιό αδύναμο. Συγχρόνως οι άνθρωποι λειτουργώντας δια της συναισθηματικής μιμήσεως, αισθάνονται ό,τι αισθάνεται ο περίγυρός τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι νοιώθουν ντροπή όταν αντιλαμβάνονται ότι δεν αισθάνονται όπως και η υπόλοιπη αγέλη.        
Ο εκτροχιασμός επιτυγχάνεται με επαναλαμβανομένη έκθεση των «αντιρατσιστών» σε εικόνες, λέξεις, και κοινωνικές αντιδράσεις, που θα συνδέουν το πρότυπό τους με τους χειρίστους εγκληματίες.
Θα δημιουργήσουμε εικόνες «αντιρατσιστών», οι οποίοι θα χαρακτηρίζωνται δουλέμποροι, εγκληματίες, μισέλληνες, ρατσιστές, και οι οποίοι θα δέχωνται αποδοκιμασίες από τους φίλους, τις οικογένειές τους, και κυρίως από τους αλλοδαπούς.
Δεν έχει σημασία το ότι αυτές οι εικόνες προς το παρόν δεν αντανακλούν την πραγματικότητα. Σημασία έχει να εισβάλλουμε στον συναισθηματικό κόσμο του «αντιρατσιστού» και να διακόψουμε την παροχή συναισθηματικής απολαύσεως. Να τον κάνουμε να νοιώσει συναισθηματικό πόνο βλέποντας την εικόνα του να καταρρακώνεται.
Συγχρόνως τα τηλεοπτικά μηνύματα θα δείχνουν κακοποιημένους Έλληνες, και τί έχουν υποστεί από τους εισβολείς. Στους υποστηρικτές των εισβολέων θα αποδίδωνται εγκληματικές ιδιότητες που κάθε άνθρωπος θα ντρεπόταν να κατείχε.
Ο «αντιρατσιστής» διψά για επιβράβευση από τον περίγυρό του, θέλει να πάρει την συναισθηματική του δόση. Εμείς του γκρεμίζουμε την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, αυτή του ανθρωπιστού. Αντί για συναισθηματική επιβράβευση τού προκαλούμε φρικτούς συναισθηματικούς πόνους. Τον παριστάνουμε ως ένα απάνθρωπο κτήνος.  
Όταν ο υποστηρικτής των εισβολέων βλέπει στην οθόνη τον εαυτό του να μισείται από συνηθισμένους ανθρώπους, η συναισθηματική μίμηση εξασφαλίζει ότι το ίδιο θα αισθανθεί και αυτός! Υποσυνειδήτως. Αυτή η εικόνα του διακόπτει αμέσως την συναισθηματική απόλαυση. Αρχίζει να αισθάνεται ενοχές, αμφιβολία και συναισθηματικό πόνο.
Σιγά-σιγά αποδομείται η ανθελληνική προκατάληψη. Θα πάρει χρόνο. Θα χρειαστούν αρκετές επαναλήψεις. Αλλά δεν πρέπει να λησμονούμε ότι έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν και οι ανθελληνικές προκαταλήψεις. Δια της επαναλήψεως εικόνων, λέξεων και προκατασκευασμένων κοινωνικών αντιδράσεων. Εμείς πρέπει να κάνουμε την αντίστροφη διαδικασία. 
Ο «αντιρατσιστής» δεν χρειάζεται να πιστέψει ότι ο περίγυρός του τον αντιπαθεί και ότι είναι ένα τόσο σιχαμερό πλάσμα. Ούτε χρειάζεται να το συνειδητοποιήσει. Αρκεί να εκτίθεται κατ’ επανάληψιν σε εικόνες αποδοκιμασίας του προτύπου του, χωρίς την χρήση λογικών επιχειρημάτων.
Ας δούμε ένα απλούστερο παράδειγμα. Σε αρκετές διαφημίσεις εταιριών παραγωγής αλκοόλ βλέπουμε παρέες χαρούμενων νεαρών σε κέντρα διασκεδάσεως με όμορφες κοπέλες, να χαμογελούν ενώ πίνουν αλκοόλ. Η όλη εικόνα στέλνει το μήνυμα ότι ο νεαρός που πίνει γίνεται αποδεκτός στην παρέα. Είναι μία ευχάριστη προσωπικότης. Οι εταιρείες αλκοόλ δημιουργούν εσκεμμένως τον συνειρμό διασκέδαση-ερωτοτροπία-μπαρ-αλκοόλ-κοινωνική αποδοχή.
Αν όμως σε μία διαφήμιση δείξουμε έναν νεαρό που έχει πάει σε ένα μπαρ με την παρέα του και την κοπέλα του, και όταν αρχίζει να πίνει αλκοόλ αμέσως η κοπέλα του κάνει έναν έντονο αρνητικό μορφασμό, η δε παρέα του εκφράζει την αποδοκιμασία της εντόνως διότι τούς χαλά την διασκέδαση, τότε αυτομάτως ο νεαρός τηλεθεατής θα τιμωρείται συναισθηματικώς κάθε φορά που θα του έρχωνται στο μυαλό οι λέξεις μπαρ-αλκοόλ. Θα συνδέσει το μπαρ και το αλκοόλ με την κοινωνική αποδοκιμασία, με την απώθηση της ερωτικής του συντρόφου.
Αυτή η τεχνική είναι πολύ πιό αποτελεσματική από τις διαφημίσεις που τονίζουν τον κίνδυνο τροχαίου δυστυχήματος λόγω καταναλώσεως αλκοόλ. Ένας νεαρός περισσότερο νοιάζεται μήπως χάσει την κοπέλα του παρά για το αν θα προκαλέσει τροχαίο ατύχημα.
Είμαστε έρμαια των βασικών μας ενστίκτων τα οποία στην προκειμένη περίπτωση ξεκινούν από τους απλοϊκούς κανόνες που εδράζονται στην αρχή της επαναλήψεως της ηδονής και της αποφυγής του πόνου.
Μόλις αρχίσει να νοιώθει συναισθηματικό πόνο και ενοχές ο «αντιρατσιστής», θα αναγκαστεί να αλλάξει απόψεις ώστε να συμφωνούν οι απόψεις του με τα νέα συναισθήματα που νοιώθει. Μόνον έτσι θα αποφεύγει την συναισθηματική τιμωρία. Ακόμη και αν θέλει να υποστηρίξει τους εισβολείς δεν θα το κάνει ανοικτά γιατί θα φοβάται να μην τον κακοχαρακτηρίσει ο κοινωνικός περίγυρος. Θα αρχίσει να αυτολογοκρίνεται.
Η προπαγανδιστική μας εκστρατεία πρέπει να στοχεύει κυρίως τα συναισθηματικά βραβεία που απολαμβάνει ο «αντιρατσιστής» όταν εκφράζει τον μισελληνισμό του.  
Ο «αντιρατσιστής» πρέπει να βλέπει στα τηλεοπτικά μηνύματα ότι τον μισούν όλοι. Κυρίως να τον μισούν οι ξένοι. Οι αλλοδαποί να τον φτύνουν. Να τον θεωρούν φονιά της δικής τους κουλτούρας. Να τον θεωρούν τύραννο. Τους στερεί την πατρίδα, την ελευθερία. Τους εκμεταλλεύεται. Τους πίνει το αίμα.   
Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Ένας εκπρόσωπος των Ταλιμπάν παρουσιάζεται σε τηλεοπτικό διάγγελμα. Το μήνυμα που στέλνει περίπου γνωστό: «ο Αλλάχ θα τιμωρήσει τους απίστους, εμείς οι Ταλιμπάν εκπροσωπούμε το Ισλάμ, θα γίνουμε μάρτυρες αυτοκτονώντας με βόμβες, είμαστε οι καταπιεσμένοι-είστε οι καταπιεστές», κλπ.
Ένας Έλλην προπαγανδιστής δεν επιτρέπεται να κάνει λογική συζήτηση με ένα τέτοιο άτομο αν πρόκειται να του αλλάξει τις απόψεις. Πρέπει άμεσα να του διακόψει όλες τις παροχές συναισθηματικής ευχαρίστησης. 
Με μία εκστρατεία τηλεοπτικών μηνυμάτων θα έδειχνε ισλαμιστές κληρικούς να καλούν σε ιερό πόλεμο τους μουσουλμάνους κατά των απίστων Ταλιμπάν(είναι αδιάφορο το αν πιστέψουν οι Ταλιμπάν το προπαγανδιστικό μας μήνυμα). Μία προπαγανδιστική τηλεοπτική είδηση θα διέδιδε ότι ένας μουτζαχεντίν αυτοανατινάχθηκε σκοτώνοντας 30 Ταλιμπάν(είναι αδιάφορο το αν συνέβηκε πραγματικά το συγκεκριμένο γεγονός-σημασία έχει ο κόσμος να ακούει και να βλέπει τέτοιες ειδήσεις). Όταν γίνονται επιτυχείς στρατιωτικές επιθέσεις από δυτικά στρατεύματα κατά των ταλιμπάν, πρέπει να γράφεται ότι επιτεύχθησαν με την βοήθεια του Αλλάχ. Σημασία έχει οι Ταλιμπάν να ακούν, να βλέπουν σε τηλεοπτικά μηνύματα ότι ο Αλλάχ τους μισεί, οι μουσουλμάνοι τους μισούν, οι φίλοι και συγγενείς τους πολεμούν. Να βλέπουν Αφγανές γυναίκες να πολεμούν στο πλευρό των δυτικών στρατευμάτων(ασχέτως αν αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα).
Προφανώς οι Ταλιμπάν δεν είναι τόσο χαζοί να πιστέψουν αυτή την προπαγάνδα. Αλλά στόχος μιάς τέτοιας προπαγανδιστικής εκστρατείας δεν είναι οι Ταλιμπάν. Αλλά αυτοί που θέλουν να προσηλυτιστούν στους Ταλιμπάν. Τα εκατομμύρια των μουσουλμάνων με απειλητικές διαθέσεις. Αυτούς μας ενδιαφέρει να τιμωρήσουμε προληπτικώς.
Ο προληπτικός πόλεμος δεν διεξάγεται μόνον με στρατιωτικά μέσα. Διεξάγεται κυρίως με ψυχολογικά μέσα. Δεν είναι εύκολο να σταματήσεις τους Ταλιμπάν στα βουνά του Αφγανιστάν με την χρήση στρατιωτικών όπλων. Μπορείς όμως να σταματήσεις αυτόν που σκοπεύει να στρατολογηθεί στους Ταλιμπάν με την χρήση συναισθηματικών όπλων δημιουργώντας ένα πλέγμα αρνητικών αντιδράσεων γύρω του ώστε να εξουδετερωθεί προληπτικώς.
Δεν αρκεί όμως η εξουδετέρωση του ταλιμπάν, ή του «αντιρατσιστού». Επιβάλλεται ο προσηλυτισμός του στο δικό μας στρατόπεδο. Μόνον τότε επιτυγχάνουμε μονιμότητα αποτελέσματος.
Ο εξουδετερωμένος Ταλιμπάν πρέπει να πολεμά τώρα κατά των Ταλιμπάν. Ο πρώην «αντιρατσιστής» πρέπει τώρα να καταπολεμά τον μισελληνισμό, τους αλλοφύλους και αλλοθρήσκους εισβολείς.
Για να το επιτύχουμε χρησιμοποιούμε πάλι την εξίσωση της προκαταλήψεως. Για παράδειγμα δείχνουμε μία εικόνα φοιτητού, με μακριά μαλλιά, με σκουλαρίκια, φορώντας μία μπλούζα με τον Τσε Γκεβάρα, και του επικολλούμε την ετικέτα εθνικιστής.
Ο «αντιρατσιστής» τηλεθεατής θα νοιώσει θετικά για την εικόνα, και αρνητικά για την ετικέτα. Αλλά θα μεταφέρει το θετικό συναίσθημα στην ετικέτα. Η μεταφορά συναισθήματος δεν θα γίνει αντιστρόφως. Δεν θα μεταφέρει το αρνητικό συναίσθημα που νοιώθει για την εθνικιστική ετικέτα στην εικόνα του αριστεριστού φοιτητού. Οι εικόνες είναι δυνατότερες από τις λέξεις. Πρώτα θα δείξουμε την εικόνα για να ανακαλέσει στην μνήμη του ο «αντιρατσιστής» τηλεθεατής θετικές εντυπώσεις, και μετά θα επικολλήσουμε την ετικέτα, διότι οι πρώτες εντυπώσεις έχουν μεγαλύτερη ισχύ.
Στο τηλεοπτικό μήνυμα ο φοιτητής με εικόνα αριστεριστού, θα μιλά υπέρ του Ελληνισμού και της Ελληνικής Φυλής. Αυτό θα συγκλονίσει συθέμελα τον «αντιρατσιστή» τηλεθεατή διότι βλέπει το πρότυπό του να υπερασπίζει ό,τι ακριβώς μισεί αυτός. Το ζευγάρι εικόνος-ετικέτας πρέπει να επιλεγεί εσκεμμένως ώστε να μην δείχνει άτομα με ξυρισμένα κεφάλια και μυώδη σώματα, αλλά να δείχνουν όπως οι καθημερινοί απλοί άνθρωποι, και ακόμη καλύτερα όπως δείχνουν οι αναρχοαριστεροί. 
Είναι ηλίου φαεινότερον ότι με ένα-δύο τηλεοπτικά μηνύματα δεν πρόκειται να αλλάξουν απόψεις οι εχθροί του Ελληνισμού. Απαιτείται διαρκής επανάληψη. Εδώ εκτίθενται οι αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζεται η Ελληνική προπαγάνδα. Οι μισελληνικές απόψεις δεν ρίζωσαν μέσα σε μία ημέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Γίνεται ολόκληρη πλύση εγκεφάλου επί δεκαετίες από τα πανεπιστήμια και τα μμε.
Όμως θα ήτο ασύγγνωστος αμέλεια να μην χρησιμοποιούμε τον μηχανισμό αυτομάτων συναισθηματικών αντιδράσεων από την στιγμή που τον χρησιμοποιεί ο εχθρός εναντίον μας. Αν όμως οι Έλληνες προπαγανδιστές σχεδιάζουν τα μηνύματά τους κατά τον τρόπο που ανεφέρθη, η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα θα ανατραπεί πολύ σύντομα.
Σήμερα με την χρήση ιστοσελίδων τύπου youtube.com και μιάς βιντεοκάμερας του λιανικού εμπορίου μία μικρή ομάδα Ελλήνων προπαγανδιστών μπορεί να σκηνοθετήσει τέτοια τηλεοπτικά μηνύματα και να τα ανεβάσει στο διαδίκτυο. 
Άρα δεν επιτρέπεται να ισχυριστεί κάποιος ότι δεν έχουμε τόσα χρήματα για πολλές και ακριβές διαφημίσεις, ούτε ότι τα μισελληνικά μμε θα αρνηθούν να προβάλλουν τα τηλεοπτικά μας μηνύματα. Με την χρήση του διαδικτύου το κόστος μιάς τέτοιας διαφημιστικής εκστρατείας είναι μηδαμινό. Το μόνο που απαιτεί είναι αφοσιωμένους Έλληνες προπαγανδιστές.

No comments:

Post a Comment